Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

musical στα ελληνικά
musical
λέγεται
μυζικάλ
.
musical
σημαίνει στα ελληνικά
μουσικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- gamme / échelle musicale : μουσική κλίμακα
- fond musical / musique de fond : μουσική υπόκρουση / συνοδευτική μουσική
- scie musicale : μουσικό πριόνι
- raccord musical : μουσική σύνδεση
- toupie musicale : μουσική σβούρα
- chaîne musicale : μουσικό κανάλι
- alexie musicale : αφθογγία / μουσική αλεξία
- élément musical : μουσικό στοιχείο
- attente musicale : μουσική κατά την πρόσβαση αναμονής
- oeuvre musicale : μουσικό έργο
Subscribe
0 Comments


