Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

mutilation στα ελληνικά
mutilation
λέγεται
μυτιλασιόν
.
mutilation
σημαίνει στα ελληνικά
ακρωτηριασμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- mutilation : ακρωτηριασμός
- mutilation : αλλοίωση
- coupage / écrêtage : ψαλιδισμός ομιλίας / αποκοπή συλλαβών ομιλίας
- mutilation : σακάτεμα / ακρωτηριασμός
- avulsion / arrachement : εξόρυξις / απόσπασις
- MSF / mutilation sexuelle féminine : FGM / αποκοπή των γυναικείων εξωτερικών γεννητικών οργάνων
- mutilation génitale / mutilation sexuelle : ακρωτηριασμός των γεννητικών οργάνων
- mutilation d'un signal / mutilation des signaux : περικοπή σήματος / ακρωτηριασμός σήματος
- mutilation traditionnelle : παραδοσιακός ακρωτηριαμός
- mutilation génitale féminine / mutilation sexuelle féminine : ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων
Subscribe
0 Comments


