Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

neurone στα ελληνικά
neurone
λέγεται
νερόν
.
neurone
σημαίνει στα ελληνικά
νευρώνας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- neurone : νευρώνας
- neurone : νευρών
- neurone B : νευρώνας-B
- NSE / neurone spécifique énolase : NSE / ενολάση ειδική του νευρώνα
- neurone excité : δυναμικός νευρώνας / νευρώνας πυροδότησης
- réseau neuronal / neurones formels : νευρωνικό δίκτυο / νευρωνικό μοντέλο
- neurone au repos : παθητικός νευρώνας / νευρώνας μη πυροδότησης
- neurone de liaison / neurone d'association : συνειρμοκύτταρο
- neurone inhibiteur : ανασταλτικός νευρώνας
- neurone intercalaire : διάμεσος νευρώνας / ενδιάμεσος νευρώνας
Subscribe
0 Comments


