Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

neutraliser στα ελληνικά
neutraliser
λέγεται
νετραλιζέ
.
neutraliser
σημαίνει στα ελληνικά
εξουδετερώνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- neutraliser : απομαγνητίζω / εξουδετερώνω(απομαγνητίζω)
- état vierge / état neutralisé thermiquement : θερμικά εξουδετερωμένη κατάσταση
- désacideuse / machine à neutraliser et à rincer : μηχανή εξουδετέρωσης και ξεπλύματος
- neutralisant : ουδετεροποιητής
- signal annulé / signal neutralisé : άκυρο σήμα / μη ισχύον σήμα
- voie neutralisée : κενό κανάλι
- plasma neutralisé : ουδέτερο πλάσμα / ουδετεροποιημένο πλάσμα
- déchet neutralisé : εξουδετερωμένα απόβλητα
- déchets neutralisés : εξουδετερωμένα απόβλητα
- PNA / pouvoir neutralisant des acides : ΔΕΟ / ΙΕΟ
Subscribe
0 Comments


