Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

noircissement στα ελληνικά
noircissement
λέγεται
νουαρσισμάν
.
noircissement
σημαίνει στα ελληνικά
μαύρισμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
