Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

normal στα ελληνικά
normal
λέγεται
νορμάλ
.
normal
σημαίνει στα ελληνικά
ομαλός / κανονικός / φυσιολογικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- normal : κανονικός
- mg/Nm3 : mg/Nm3
- isopie / vision binoculaire normale : ίση οπτική οξύτητα και στους δύο οφθαλμούς
- 4FN,4NF / quatrième forme normale : 4NF / τέταρτη κανονική μορφή
- bandage / profil normal de bandage : κανονική διατομή ελαστικού τροχού
- coupe N / coupe normale : κοπή N / κόψιμο N
- SNRME / commande de mise en mode normal étendu de réponse : τοποθέτηση σε κανονικό και εκτεταμένο τρόπο απόκρισης
- pelloir / rasette : προϋνίο
- coude / genou : καμπύλη μικρής ακτίνας
- n-hexane / hexane normal : κανονικό εξάνιο
Subscribe
0 Comments


