Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

nouer στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
nouer
λέγεται
νουέ
.
nouer
σημαίνει στα ελληνικά
δένω κόμπο / δένω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • nouer : κομποδένω / δένω κόμπο
  • filet / tissu à mailles nouées : ύφασμα βροχιδωτό με κόμβους
  • noue : ελώδες έδαφος
  • roncet / cabuchage : μολυσματικός εκφυλισμός της αμπέλου
  • noue / cheneau : αμάρα / λούκι
  • fil noué : νήμα με κόμπους
  • point noué / point de noeuds : βελονιά με κόμπους
  • filet noué : δίχτυ με κόμπους
  • filet noué : φισνέτ τρυπητό
  • maille nouée : βροχιδωτό με κόμπους

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments