Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

nouer στα ελληνικά
nouer
λέγεται
νουέ
.
nouer
σημαίνει στα ελληνικά
δένω κόμπο / δένω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- nouer : κομποδένω / δένω κόμπο
- filet / tissu à mailles nouées : ύφασμα βροχιδωτό με κόμβους
- noue : ελώδες έδαφος
- roncet / cabuchage : μολυσματικός εκφυλισμός της αμπέλου
- noue / cheneau : αμάρα / λούκι
- fil noué : νήμα με κόμπους
- point noué / point de noeuds : βελονιά με κόμπους
- filet noué : δίχτυ με κόμπους
- filet noué : φισνέτ τρυπητό
- maille nouée : βροχιδωτό με κόμπους
Subscribe
0 Comments


