Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

nouvelle στα ελληνικά
nouvelle
λέγεται
νουβέλ
.
nouvelle
σημαίνει στα ελληνικά
νέο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- MERS-CoV / coronavirus du syndrome respiratoire du Moyen-Orient : νέο στέλεχος κορωναϊού / κορωναϊός του αναπνευστικού συνδρόμου της Μέσης Ανατολής
- jeune pousse / jeune entreprise : νεοφυής επιχείρηση (Preferred) / νέα επιχείρηση
- EURYCLEE / Réseau des centres nationaux d'information sur les nouvelles technologies de l'information et l'éducation dans les Etats membres de la Communauté européenne : EURYCLEE / Δίκτυο εθνικών κέντρων ενημέρωσης σχετικά με τις νέες τεχνολογίες πληροφόρησης και εκπαίδευσης στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας
- phormion / phormium : phormium tenax / λινάρι της Νέας Ζηλανδίας
- nursery / nurserie : αίθουσα νεογνών / νεογνολογικό τμήμα
- COMM2000 / projets pilotes pour la promotion de méthodes commerciales modernes par la mise en oeuvre de nouvelles techniques commerciales : COMM2000 / πρότυπα σχέδια για την προώθηση σύγχρονων εμπορικών μεθόδων μέσω της εφαρμογής νέας εμπορικής τεχνολογίας
- cochet / chopine : πικραλίδα
- EUROFORM / Programme d'initiative communautaire pour la formation professionnelle : EUROFORM / Πρόγραμμα κοινοτικής πρωτοβουλίας για την επαγγελματική εκπαίδευση
- EURYCLEE / Réseau des centres nationaux d'information sur les nouvelles technologies de l'information et l'éducation dans les Etats membres de la Communauté européenne : EURYCLEE / Δίκτυο των εθνικών κέντρων πληροφόρησης για τις νέες τεχνολογίες της πληροφόρησης και της εκπαίδευσης στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας
- EUROFORM / Initiative communautaire concernant les nouvelles qualifications, les nouvelles compétences et les nouvelles opportunités d'emploi : EUROFORM / Κοινοτική πρωτοβουλία για τις νέες επαγγελματικές ειδικεύσεις, τις νέες ικανότητες και τις νέες ευκαιρίες απασχόλησης
Subscribe
0 Comments


