Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

Nouvelle-Zélande στα ελληνικά
Nouvelle-Zélande
λέγεται
νουβελζελάνντ
.
Nouvelle-Zélande
σημαίνει στα ελληνικά
Νέα Ζηλανδία
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- la Nouvelle-Zélande / MUL : Νέα Ζηλανδία
- rhombosoles / flets de Nouvelle-Zélande : ρομβόγλωσσες
- phormion / phormium : phormium tenax / λινάρι της Νέας Ζηλανδίας
- lin de Nouvelle Zélande : καννάβι Nέας Zηλανδίας
- JUSSCANNZ / Japon, Etats-Unis, Canada, Australie, Nouvelle-Zélande, Suisse, Norvège : JUSSCANNZ / Ιαπωνία, ΗΠΑ, Ελβετία, Καναδάς, Αυστραλία, Νορβηγία και Νέα Ζηλανδία
- flet de Nouvelle-Zélande / sole de Nouvelle-Zélande : ρομβόγλωσσα
- flet de Nouvelle-Zélande / sole de Nouvelle-Zélande : JUSCANZ / Ιαπωνία, ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία
- lapin de Nouvelle Zélande : κουνέλι Ν.Ζηλανδίας
- cernier de Nouvelle-Zélande : βλάχος της Ν. Zηλανδίας
Subscribe
0 Comments


