Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

nuage στα ελληνικά
nuage
λέγεται
νυάζ
.
nuage
σημαίνει στα ελληνικά
σύννεφο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- nuage : νέφος
- nuage : υπολογιστικό νέφος
- nuage / drapeau : αφρός
- nuage / très mince couche : λεπτότατη στρώση
- nuage : τρόπος νέφους
- nuagé / flammé : διάστικτος
- pil / pileus : λοφιόμορφο νέφος
- tub / tuba : TUBA / χοανοειδές
- plafond / plafond nuageux : ύψος βάσης νέφους / μέτρο βάσης νέφους
Subscribe
0 Comments


