Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

nuque στα ελληνικά
nuque
λέγεται
νυκ
.
nuque
σημαίνει στα ελληνικά
σβέρκος / αυχένας
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- nuque : αυχένας
- nuque : τράχηλος
- nuque : δακτύλιος
- nuque : ινίο
- serre-tête / serre-nuque : πλήρες σύστημα προστασίας της ακοής
- serre-tête / serre-nuque : κεφαλόδεσμος
- serre-nuque : κεφαλόδεμα / ιμάντας περίσφιξης
- fil de nuque : b αγωγός
- buffalo neck / nuque cushingoïde : λίπωση αυχένα
- fil de nuque : δακτύλιος / δακτυλιοειδής αγωγός
Subscribe
0 Comments


