Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

obéissance στα ελληνικά
obéissance
λέγεται
ομπεισάνς
.
obéissance
σημαίνει στα ελληνικά
υπακοή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- taux d'obéissance : βαθμός συμμόρφωσης
- devoir d'obéissance : υποχρέωση υπακοής
- devoir d’obéissance : καθήκον υπακοής / υποχρέωση υπακοής
- obéissance automatique aux ordres : αυτόματος υπακοή σε διαταγές
Subscribe
0 Comments


