Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

occulte στα ελληνικά
occulte
λέγεται
οκύλτ
.
occulte
σημαίνει στα ελληνικά
σκοτεινός / άδηλος / απόκρυφος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- RSOS / hémocult : αναζήτηση λανθάνουσας αιμορραγίας στα κόπρανα
- rétrocommission / commission occulte : μίζα / ανταμοιβή για αθέμιτη συναλλαγή
- vice caché / vice latent : κρυφό ελάττωμα / λανθάνον ελάττωμα
- noeud caché / noeud occulte : τυφλός ρόζος,κρυφός ρόζος
- taxe cachée / impôt déguisé : λανθάνων φόρος / μη εμφανής φόρος
- sang occulte : μικροσκοπική αιμορραγία
- économie parallèle / économie clandestine : παραοικονομία / λαθραία οικονομία
- anémie occulte : λανθάνουσα αναιμία
- avarie occulte : μη αντιληπτή βλάβη / μη αντιληπτή αβαρία
- associé occulte : αφανής εταίρος
Subscribe
0 Comments


