Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

officier στα ελληνικά
officier
λέγεται
οφισιέ
.
officier
σημαίνει στα ελληνικά
λειτουργώ / αξιωματικός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- officier : αξιωματικός
- Officier : Αξιωματούχος
- policier / agent de la force publique : LEO / αστυνομικός υπάλληλος
- garde-feu / préposé à la sécuritéincendie : Πυροφύλακας
- Emilyo / Erasmus militaire : ευρωπαϊκό Erasmus / ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την ανταλλαγή νέων αξιωματικών
- second / commandant en second : υποπλοίαρχος / δεύτερος αξιωματικός καταστρώματος
- second / officier de veille : τέταρτος αξιωματικός καταστρώματος
- OLI / officier de liaison "Immigration" : ILO / αξιωματικός σύνδεσμος μετανάστευσης
Subscribe
0 Comments


