Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

oiseau στα ελληνικά
oiseau
λέγεται
ουαζό
.
oiseau
σημαίνει στα ελληνικά
πουλί
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- oiseau : πτηνά
- oiseau : πουλί
- oiseaux : πτηνά
- néottie / nid d'oiseau : νεοττία η φωλεά
- ORNIS / Comité Ornis : επιτροπή προσαρμογής στην τεχνική και επιστημονική πρόοδο
- ZICO / zone importante pour la conservation des oiseaux : ZICO / σημαντική ζώνη για τη διατήρηση των πτηνών
- mil / dora : κεχρί / κέχρος
- BIROE / Bureau international de recherche sur les oiseaux d'eau et les zones humides : IWRB / Διεθνές Γραφείο Έρευνας για τα Υδρόβια Πτηνά και τους Υγρότοπους
- avifaune / faune des oiseaux : πτηνά / ορνιθοπανίδα
- traînasse / herbe à cochon : πολυγόνατον / πολύγονον το άρρεν
Subscribe
0 Comments


