Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

olympique στα ελληνικά
olympique
λέγεται
ολενπίκ
.
olympique
σημαίνει στα ελληνικά
ολυμπιακός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- Comité olympique non racial sud-africain (Obsolete) / SANROC (Obsolete) : Νοτιοαφρικανική Μη Φυλετική Ολυμπιακή Επιτροπή (Obsolete)
- CIO / Comité international olympique : ΔΟΕ / Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή
- COJO / Comité Organisateur des Jeux Olympiques : Οργανωτική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων / οργανωτική επιτροπή της χειμερινής Ολυμπιάδας
- CONI / Comité national olympique italien : Εθνική Ολυμπιακή Επιτροπή της Ιταλίας / Εθνική Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων της Ιταλίας
- JO / Jeux olympiques : ΟΑ / Ολυμπιακοί Αγώνες
- trêve olympique : ολυμπιακή εκεχειρία
- pêche olympique : αλιεία ολυμπιακών επιδόσεων
- Jeux paralympiques / Jeux olympiques des handicapés : Ειδική Ολυμπιάδα / Παραολυμπιακοί Αγώνες
- patinoire olympique : ολυμπιακή πίστα / ολυμπιακό παγοδρόμιο
- jeux Olympiques d'été : θερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες
Subscribe
0 Comments


