Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

onéreux στα ελληνικά
onéreux
λέγεται
ονερέ
.
onéreux
σημαίνει στα ελληνικά
δαπανηρός / πολυδάπανος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- location / acquisition à titre onéreux : ενοίκιο / μίσθωμα
- à titre onéreux : επ'ανταλλάγματι
- à titre onéreux : εξ επαχθούς αιτίας
- écart d'acquisition / fonds de commerce acquis à titre onéreux : υπεραξία / τεκμαρτή αξία επωνυμίας
- acte à titre onéreux : επαχθής δικαιοπραξία
- contrat à titre onéreux : σύμβαση εξ επαχθούς αιτίας
- occuper à titre onéreux : απασχολώ έναντι ανταλλάγματος
- cession à titre onéreux : εκχώρηση επί πληρωμή
- apport de titres onéreux : εισφορά με αντάλλαγμα τίτλους
- livraison à titre onéreux : παράδοση εξ επαχθούς αιτίας
Subscribe
0 Comments


