Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

onguent στα ελληνικά
onguent
λέγεται
ονγκάν
.
onguent
σημαίνει στα ελληνικά
αλοιφή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- onguent de Côme / onguent de Cosme : κόνις του Cosme
- onguent vulnéraire : τραυματική αλοιφή
- consistance d'un onguent : σύσταση αλοιφής
- onguents contre les virus : αλοιφές ιογενών παθήσεων δέρματος
Subscribe
0 Comments


