Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

optique στα ελληνικά
optique
λέγεται
οπτίκ
.
optique
σημαίνει στα ελληνικά
οπτικός / άποψη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- optique : οπτική
- optique : οπτική / οπτικός
- azureur / clarifiant : λαμπρυντικό / οπτικό λευκαντικό
- azureur / azurant optique : λευκαντική ουσία / παράγοντας οπτικής λευκάνσεως
- vergence / puissance optique : οπτική ισχύς
- P.O.M. / portée optique météorologique : μετεωρολογική οπτική εμβέλεια
- mirliton / alerte visuelle : οπτικός σημαντήρας / στύλος ένδειξης προειδοποιητικού σήματος
- coupleur / répartiteur : στοιχείο διακλάδισης
Subscribe
0 Comments


