Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ordinaire στα ελληνικά
ordinaire
λέγεται
ορντινέρ
.
ordinaire
σημαίνει στα ελληνικά
κοινός / συνηθισμένος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ordinaire : κοινός οίνος / οίνος ORDINAIRE
- E150a / spirit : E150α / απλό καραμελόχρωμα
- chaux vive / chaux anhydre : άνυδρος ασβέστης / ασβέστης μη σβησμένος
- rat noir / rat ordinaire : ποντικός ο μέλας / επίμυς των ορόφων
- estorlet / sterne ordinaire : ποταμογλάρονο
- pluie pure / pluie propre : καθαρή βροχή / κανονική βροχή
- éthanol / méthylcarbinol : αιθυλική αλκοόλη
- boulon J / boulon Japy : καρόβιδα / κοχλίας σφαιρικής κεφαλής και τετραγωνικού λαιμού
- rondelle / rondelle plate : κυκλική ροδέλλα / κυκλικός δακτύλιος
- crinson / cresson vert : νεροκάρδαμο
Subscribe
0 Comments


