Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ores στα ελληνικά
ores
λέγεται
ορ
.
ores
σημαίνει στα ελληνικά
d’ ores et déjà από τώρα / ήδη
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
Subscribe
0 Comments
Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με
