Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

organe στα ελληνικά
organe
λέγεται
οργκάν
.
organe
σημαίνει στα ελληνικά
όργανο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- organe : όργανον
- SG.A.2 / Organes statutaires et réunions : SG.A.2 / Γ.Γ.Α 2 (Preferred)
- COSAC / Conférence des organes spécialisés dans les affaires de l'Union : COSAC / Διάσκεψη των Επιτροπών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων
- organe : όργανο
- pièce / organe : μηχανικό όργανο / μηχανικό κομμάτι
- ORECE / Organe des régulateurs européens des communications électroniques : BEREC / Φορέας Ευρωπαϊκών Ρυθμιστικών Αρχών για τις Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες
- OSASTT / SBSTTA : SBSTTA / Επικουρικό Οργανο Επιστημονικών, Τεχνικών και Τεχνολογικών Συμβουλών
- OICS / Organe international de contrôle des stupéfiants : INCB / OICS
Subscribe
0 Comments


