Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

orgasme στα ελληνικά
orgasme
λέγεται
οργκάσμ
.
orgasme
σημαίνει στα ελληνικά
οργασμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- impuissance par absence d'orgasme : οργασμική ανικανότητα
Subscribe
0 Comments


