Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

orge στα ελληνικά
orge
λέγεται
ορζ
.
orge
σημαίνει στα ελληνικά
κριθάρι
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- orge : κριθάρι
- orge : κριθή / κριθάρι
- orgette / déchet d'orge : απορρίμματα κριθαριού / απορρίμματα από τη διαλογή της κριθής
- orge nue / orge à grains nus : κριθή αποφλοιωμένη
- flotteur / orge folle : επιπλέοντες σπόροι
- escourgeon / orge à plusieurs rangs : πολύστοιχο κριθάρι
- orge brute : ακατέργαστο κριθάρι
- orge vêtue : βρακτειοφόρο κριθάρι
- orge mondé : κριθή αποφλοιωμένη
- son d'orge : πίτυρο κριθαριού
Subscribe
0 Comments


