Rosgovas App logo

Δοκιμάστε την Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με προφορά γαλλική προφορά / ελληνική προφορά, για γαλλική μετάφραση ή ελληνική μετάφραση (υποστηρίζεται από όλα τα μέσα) (διαθέσιμο για όλους τους τύπους υποστήριξης). Ιδανικό για να μιλήσετε γαλλικά καθ' όλη τη διάρκεια του ταξιδιού σας στη Γαλλία !

orifice στα ελληνικά

ΜΙΝΙ λεξικό Ροσγοβάς γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό
orifice
λέγεται
οριφίς
.
orifice
σημαίνει στα ελληνικά
στόμιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés

  • trou / orifice : οπή / τρήμα
  • orifice : στόμιο
  • orifice / ouverture : οπή / άνοιγμα
  • amenée / entrée : είσοδος της αντλίας / στόμιο εισαγωγής της αντλίας
  • gueule / orifice du trou : στόμιο υπονόμου
  • entrée / orifice d'entrée : άνοιγμα / είσοδος
  • drain / orifice de fuite : στόμιο αποστραγγίσεως / στόμιο επιστροφής διαρροών
  • orifice noyé : βυθισμένον στόμιον
  • orifice anal : κυτταροπηγή
  • orifice fendu : οπή με σχισμή

Το ΜΕΓΑ γαλλοελληνικό και ελληνογαλλικό λεξικό σε δύο τόμους Ροσγοβάς :

ΓΑΛΛΟΕΛΛΗΝΙΚΟ και ΕΛΛΗΝΟΓΑΛΛΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ Ροσγοβάς

Subscribe
Notify of
guest

0 Comments
Inline Feedbacks
View all comments