Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

orifice στα ελληνικά
orifice
λέγεται
οριφίς
.
orifice
σημαίνει στα ελληνικά
στόμιο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- trou / orifice : οπή / τρήμα
- orifice : στόμιο
- orifice / ouverture : οπή / άνοιγμα
- amenée / entrée : είσοδος της αντλίας / στόμιο εισαγωγής της αντλίας
- gueule / orifice du trou : στόμιο υπονόμου
- entrée / orifice d'entrée : άνοιγμα / είσοδος
- drain / orifice de fuite : στόμιο αποστραγγίσεως / στόμιο επιστροφής διαρροών
- orifice noyé : βυθισμένον στόμιον
- orifice anal : κυτταροπηγή
- orifice fendu : οπή με σχισμή
Subscribe
0 Comments


