Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

otite στα ελληνικά
otite
λέγεται
οτίτ
.
otite
σημαίνει στα ελληνικά
ωτίτιδα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- OMA / otite moyenne aiguë : οξεία μέση ωτίτιδα
- otite moyenne : μέση ωτίτιδα
- otite séreuse : ορώδης ωτίτιδα
- otite des piscines : διάχυτος εξωτερική ωτίτις των κολυμβητών 2)μέση καταρροϊκή ωτίτις των κολυμβητών
- otite épitympanale : επιτυμπανίτις / επιτυμπανική ωτίτις
- otite du nourrisson : ωτίτιδα νεογνού / νεογνική ωτίτιδα
- otite barotraumatique : βαροτραυματική ωτίτιδα
- otite due à l'oxygène : αυτί οξυγόνου / ωτίτιδα λόγω οξυγόνου
- syndrome dyspepsie-otite : δυσπεψία μετά από ωτίτιδα
- otite par corps étranger : ωτίτις από ξένα σώματα
Subscribe
0 Comments


