Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ourlet στα ελληνικά
ourlet
λέγεται
ουρλέ
.
ourlet
σημαίνει στα ελληνικά
στρίφωμα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- suage / ourlet : νεύρωση / κυμάτωση ενίσχυσης
- ourlet / drapelet cousu : ρέλιασμα / στρίφωμα
- bordure / bord côte : φικάρι
- halo / auréole : φωτοστέφανο ή "μουστάκι"
Subscribe
0 Comments


