Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ours στα ελληνικά
ours
λέγεται
ουρς
.
ours
σημαίνει στα ελληνικά
αρκούδα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ours / ursidés : αρκούδες
- ours : αρκούδα
- grizzly / ours brun : ΄Αρκτος η κοινή
- busserole / raisin d'ours : αρκουδοστάφυλλο / αρκτοστάφυλος η φαρμακευτική
- ours brun : ευρωπαϊκή φαιά αρκούδα
- ours brun / ours Isabelle : κόκκινη αρκούδα / φαιά αρκούδα των Iμαλαΐων
- ours brun : καστανή αρκούδα του Θιβέτ
- ours blanc / ours polaire : λευκή αρκούδα / πολική αρκούδα
- ours malais / ours des cocotiers : αρκούδα της Mαλαισίας
- ours de mer / otarie à fourrure : ωταρία / αρκτοκέφαλος
Subscribe
0 Comments


