Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

outrance στα ελληνικά
outrance
λέγεται
ουτράνς
.
outrance
σημαίνει στα ελληνικά
υπερβολή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- exploitation abusive / exploitation à outrance : εξαντλητική καλλιέργεια / εξαντλητική εκμετάλλευση
- déboisement à outrance : αποψίλωση μεγάλων εκτάσεων
Subscribe
0 Comments


