Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

outrepasser στα ελληνικά
outrepasser
λέγεται
ουτρεπασέ
.
outrepasser
σημαίνει στα ελληνικά
υπερβαίνω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- outrepasser la marge d'appréciation : υπερβαίνω το περιθώριο εκτιμήσεως
Subscribe
0 Comments


