Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ouvrir στα ελληνικά
ouvrir
λέγεται
ουβρίρ
.
ouvrir
σημαίνει στα ελληνικά
ανοίγω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ouvert : ανοικτός
- COSINE / Coopération sur les systèmes ouverts de communication en Europe : COSINE / συνεργασία για τα δίκτυα OSI στην Ευρώπη
- EPHOS / Manuel européen d'achat de systèmes ouverts : EPHOS / Ευρωπαϊκό Εγχειρίδιο Προμηθειών για Ανοικτά Συστήματα
- cuvette / pot ouvert : ανοικτό δοχείο
- beffroi / caisson ouvert : Σκελετός στοιχείου
- benne / benne trémie : κάδος φόρτωσης υψικαμίνου
- benne / benne Staehler : κάδος φόρτισης
- battant / ouvrant : πορτόφυλλο / φύλλο πόρτας
- ouvrant / I)battant : παραθυρόφυλλο / πλαίσιο παραθύρου
- coeur / soc bineur : υνί αυλακωτήρα / υνί τύπου "καρδιάς"
Subscribe
0 Comments


