Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ovale στα ελληνικά
ovale
λέγεται
οβάλ
.
ovale
σημαίνει στα ελληνικά
ωοειδής / μακρουλός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ovale : ωοειδής
- ovale / ligne ovale : ωοειδές
- olive / pontil ovale : Yάλινη σφαίρα οβάλ
- kumquat / kumquat ovale : κουμ-κουάτ / φορτουνέλλα η μαργαρίτα
- tache ovale : ωοειδής φθορά
- noeud ovale : ελλειψοειδής ρόζος
- bague ovale : οβάλ δακτύλιος
- lagure ovale / queue de lièvre : γατάκι / λαγάκι
- étrille ovale : ωοειδής ξύστρα ίππου
- laveuse ovale : οβάλ πλυντήριο
Subscribe
0 Comments


