Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

oxydation στα ελληνικά
oxydation
λέγεται
οξιντασιόν
.
oxydation
σημαίνει στα ελληνικά
οξίδωση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- oxydation : οξείδωση
- oxydation : οξίδωση
- antioxydant / antioxygène : αντιοξειδωτικό / ανασχετικό της οξείδωσης
- procédé VAD / procédé Verneuil : διεργασία VAD / διεργασία Verneuil
- anodisation / oxydation anodique : Ανοδίωση
- oxydant / agent d'oxydation : οξειδωτικό
- IVPO / procédé IVPO : διεργασία IVPO / διεργασία MCVD
Subscribe
0 Comments


