Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

ozone στα ελληνικά
ozone
λέγεται
οζόν
.
ozone
σημαίνει στα ελληνικά
όζον
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- ozone : Oζον / όζον
- O3 / ozone : O3 / όζον
- ozone : όζον
- PDO / PACO : δυναμικό καταστροφής του όζοντος
- Dobson / unité Dobson : Dobson / μονάδα Dobson
- CMDO / Centre mondial des données sur l'ozone : Παγκόσμιο κέντρο δεδομένων σχετικών με το όζον
- PAO / PDO : ODP / ΔΚΟ
- R59 / dangereux pour la couche d'ozone : Ρ59 / επικίνδυνο για τη στιβάδα του όζοντος
- minimum / minimum d'ozone : ελάχιστη συγκέντρωση όζοντος
- bouclier / écran d'ozone : ασπίδα του όζοντος / στοιβάδα του όζοντος
Subscribe
0 Comments


