Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pâle στα ελληνικά
pâle
λέγεται
παλ
.
pâle
σημαίνει στα ελληνικά
χλωμός
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pale (Preferred) / aube : πτερύγιο δρομέα
- pâle : ωχρός
- pale / rotor : πτερύγιο μαλακτήρα
- aile / pale d'hélice : πτερύγιο έλικας
- palée : πασσάλωση
- palée : πασσάλωση / πασσαλόπηγμα
- palée : κιονοστοιχία
- palée : προσωρινό τοπικό ικρίωμα
- aubes / pales : πτερύγια
- gambier / cachou pâle : ουγκάρια το γαμβίριον / αγκυλοφόρος η γαμβίριος
Subscribe
0 Comments


