Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

papillon στα ελληνικά
papillon
λέγεται
παπιγιόν
.
papillon
σημαίνει στα ελληνικά
πεταλούδα
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- écrou à oreilles / papillon : πεταλούδα / πτερυγοφόρο περικόχλιο
- papillon : πεταλούδες
- papillon : πεταλούδα / βαλβίδα με πεταλούδα
- papillon : δικλείδα εκτροπής / στραγγαλιστική βαλβίδα
- papillon / butterfly : spread πεταλούδας
- papillon : μικρή αφίσσα
- papillon : ένθετος χάρτης γεωγραφικός / μικρός γεωγραφικός χάρτης πλησίον μεγαλυτέρου
- papillon : πεταλούδα
- vis ailée / vis papillon : πεταλούδα / χειρόβιδα
- gonelle / papillon de mer : σαλιάρα
Subscribe
0 Comments


