Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

par στα ελληνικά
par
λέγεται
παρ
.
par
σημαίνει στα ελληνικά
από / με / δια / υπό
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- système VMS / système de surveillance des navires par satellite : VMS / δορυφορικό σύστημα παρακολούθησης των σκαφών
- PAR / pageot rouge africain : λυθρίνι της Αφρικής
- Agence européenne pour la sécurité maritime / AESM : EMSA / Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια στη Θάλασσα
- PAR / puissance apparente rayonnée : φαινομένη ακτινοβολούμενη ισχύς
- ADN / accord européen relatif au transport international des marchandises dangereuses par voies de navigation intérieures : Ευρωπαϊκή Συμφωνία για τη διεθνή μεταφορά επικινδύνων εμπορευμάτων μέσω εσωτερικών πλωτών οδών / ADN
- PAR / programme d'action de recherche : Πρόγραμμα ερευνητικών δράσεων
- RES / rachat de l'entreprise par les salariés : εξαγορά από εργαζομένους / εξαγορά επιχείρησης από τους εργαζόμενους
- DSP / document de stratégie par pays : έγγραφο στρατηγικής ανά χώρα
- titre adossé à des créances hypothécaires / titre garanti par des créances hypothécaires : τιτλοποιημένο στεγαστικό δάνειο
- RES / acquisition par emprunt : αγορά επιχείρησης από τη διοίκηση / εξαγορά επιχείρησης από διοικητικά στελέχη της διά δανεισμού
Subscribe
0 Comments


