Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

paraître στα ελληνικά
paraître
λέγεται
παρέτρ
.
paraître
σημαίνει στα ελληνικά
φαίνομαι / εμφανίζομαι / κυκλοφορώ
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- déjà paru : ήδη δημοσιευμένο
- apparence de / présomption de : αληθοφάνεια προβαλλόμενης αξίωσης (fumus boni juris) / εκ πρώτης όψεως
- vient de paraître : μόλις εκδόθηκε / μόλις κυκλοφόρησε
- cessé de paraître : διεκόπη η έκδοση / δεν εκδίδεται πλέον
- numéros déjà parus : προηγούμενα τεύχη
- numéros déjà parus : παλαιά φύλλα
- tout ce qui a paru : άπαντα τα εκδοθέντα
- liste de documents à paraître : βιβλιογραφία υπό έκδοση
- périodique paraissant tous les quinze jours : δεκαπενθήμερη έκδοση / δεκαπενθήμερη επιθεώρηση
Subscribe
0 Comments


