Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

paramètre στα ελληνικά
paramètre
λέγεται
παραμέτρ
.
paramètre
σημαίνει στα ελληνικά
παράμετρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- paramètre / indicateur : μετρήσεις
- paramètre : παράμετροι
- paramètre : παράμετρος
- définition / résolvance : ανάλυση/διακριτική ικανότητα (παράμετρος)
- valeur PID / valeur déterminée par identification de paramètre : αναγνωριστικό ταυτότητας παραμέτρου
Subscribe
0 Comments


