Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

parfait στα ελληνικά
parfait
λέγεται
παρφέ
.
parfait
σημαίνει στα ελληνικά
τέλειος / παρακείμενος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- coeur / duramen : εγκάρδιον ξύλον
- gaz parfait : ιδανικό αέριο
- bois parfait / bois de coeur : ξύλον εγκάρδιον
- carré parfait : τέλειο τετράγωνο
- réseau de Clos / réseau de Clos parfait : δικτύωμα Κλος
- fluide parfait : τέλειο ρευστό
- cercle parfait : τέλειος κύκλος
- rotule parfaite : τέλεια άρθρωση
- levure parfaite : τέλεια ζύμη
- concurrence pure / concurrence parfaite : αμιγής ανταγωνισμός / πλήρης ανταγωνισμός
Subscribe
0 Comments


