Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

parfois στα ελληνικά
parfois
λέγεται
παρφουά
.
parfois
σημαίνει στα ελληνικά
καμιά φορά / πότε
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- couvert végétal / couverture végétale : φυτική κάλυψη
- taille riche ( appelée parfois et improprement taille longue ) : ελαφρό κλάδεμα / ελαφρά κλάδευση
- les cristaux de steadite sont parfois accompagnés de larges plages de cémentite pure : οι κρύσταλλοι στεαδίτου συνοδεύονται συχνά από φαρδιές πλάκες καθαρού σεμεντίτη
Subscribe
0 Comments


