Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

parquer στα ελληνικά
parquer
λέγεται
παρκέ
.
parquer
σημαίνει στα ελληνικά
παρκάρω / μαντρώνω / σταθμεύω
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- interdiction de parquer / interdiction de stationner : απαγόρευση στάθμευσης
Subscribe
0 Comments


