Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

part στα ελληνικά
part
λέγεται
παρ
.
part
σημαίνει στα ελληνικά
μερίδιο / μερδικό / πάρτη / μέρος / nuIIe part πουθενά / quelque part κάπου / d’autre part εξάλλου
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- PPE / Groupe du Parti populaire européen (Démocrates-Chrétiens) : ΕΛΚ / Κoιvoβoυλευτική Ομάδα τoυ Ευρωπαϊκoύ Λαϊκoύ Κόμματoς (Χριστιαvoδημoκράτες)
- PPE / Parti populaire européen : ΕΛΚ / Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα
- P.C. / parti communiste : κομμουνιστικό κόμμα
- PDE / Parti démocrate européen : Ευρωπαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα
- COP (Preferred) / conférence des parties : ΔτΜ / Διάσκεψη των Μερών
- Conférence des Parties à la Convention-cadre des Nations unies sur les changements climatiques / COP : Διάσκεψη των μερών της σύμβασης πλαισίου των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή
- LSAP / Parti ouvrier socialiste luxembourgeois : POSL / Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Λουξεμβούργου
- acteur / partie prenante : ενδιαφερόμενος παράγοντας / ενδιαφερόμενοι κύκλοι συμφερόντων
- zone / hors texte : ζώνη
- CCFP / partie fixe à commande centrale : (CCFP) / σταθερό τμήμα κεντρικού ελέγχου
Subscribe
0 Comments


