Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

parti στα ελληνικά
parti
λέγεται
παρτί
.
parti
σημαίνει στα ελληνικά
κόμμα / μέρος
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- acteur / partie prenante : ενδιαφερόμενος παράγοντας / ενδιαφερόμενοι κύκλοι συμφερόντων
- tiers / partie tierce : τρίτος / τρίτο μέρος
- 15e Conférence des Parties à la Convention-cadre des Nations unies sur les changements climatiques / CdP15 : COP15 / Διάσκεψη της Κοπεγχάγης για την αλλαγή του κλίματος
- PPE / Groupe du Parti populaire européen (Démocrates-Chrétiens) : ΕΛΚ / Κoιvoβoυλευτική Ομάδα τoυ Ευρωπαϊκoύ Λαϊκoύ Κόμματoς (Χριστιαvoδημoκράτες)
- PPE / Parti populaire européen : ΕΛΚ / Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα
- P.C. / parti communiste : κομμουνιστικό κόμμα
- masse / partie conductrice accessible : εκτεθειμένο αγώγιμο τμήμα / εκτεθειμένο αγώγιμο μέρος
- corps / conclusion : επόμενος / δεξιό τμήμα
- PDE / Parti démocrate européen : Ευρωπαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα
- partie / contractant : συμβαλλόμενο μέρος
Subscribe
0 Comments


