Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

participe στα ελληνικά
participe
λέγεται
παρτισίπ
.
participe
σημαίνει στα ελληνικά
μετοχή
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- compte MP / compte de membre participant : λογαριασμός ΜΠ
- pays "in" / pays de la zone euro : συμμετέχουσα χώρα / συμμετέχουσες χώρες
- sujet / participant : συμμετέχων / συμμετέχων σε κλινική δοκιμή
- participant : συμμετέχων' συμμέτοχος
- participant / congressiste : σύνεδρος / συμμετέχων
- participant : συμμέτοχος αρδευτής / συμπράττων αρδευτής
- participant : συμμετέχων
- pays "pré-in" / pays ne participant pas d'emblée à la zone euro : μη συμμετέχουσες χώρες / χώρες μη συμμετέχουσες εξ αρχής στη ζώνη ευρώ
- programme SURE / programme pluriannuel d'activités dans le secteur nucléaire relatives à la sécurité du transport des matières radioactives ainsi qu'au contrôle de sécurité et à la coopération industrielle de manière à promouvoir certains aspects de la sûreté des installations nucléaires dans les pays participant actuellement au programme TACIS : SURE / Πολυετές πρόγραμμα δραστηριοτήτων στον πυρηνικό τομέα, σχετικά με την ασφάλεια μεταφοράς των ραδιενεργών υλικών καθώς και με τον έλεγχο των διασφαλίσεων και την βιομηχανική συνεργασία, κατά τρόπο ώστε να προωθούνται ορισμένα ζητήματα ασφαλείας των πυρηνικών εγκαταστάσεων στις χώρες που συμμετέχουν προς το παρόν στο πρόγραμμα TACIS - Πρόγραμμα SURE
- SURE / programme SURE : SURE / πρόγραμμα SURE
Subscribe
0 Comments


