Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

particule στα ελληνικά
particule
λέγεται
παρτικύλ
.
particule
σημαίνει στα ελληνικά
μόριο
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- particule : σωματίδιο
- particule : πακέτο αέρος
- copeau / éclisse : τσιπ / ροκανίδι
- particules : σωμάτια / σωματίδια
- filtre THE / filtre HEPA : φίλτρο HEPA / απόλυτο φίλτρο
- particules : σωματιδιακό υλικό
- rainout / piégeage : έκπλυση/κατακρήμνιση ατμοσφαιρικών ρύπων λόγω βροχής
- élongation / déplacement de particules : μετατόπιση σωματιδίου
Subscribe
0 Comments


