Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

partition στα ελληνικά
partition
λέγεται
παρτισιόν
.
partition
σημαίνει στα ελληνικά
παρτιτούρα / διχοτόμηση
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- partition / partition de mémoire : κατάτμηση μνήμης
- fenêtrage / multi-fenêtrage : διαίρεση της οθόνης σε παράθυρα
- porte-partition : σχάρα στήριξης για μουσικά τετράδια(παρτιτούρες)
- partition de x2 / partition de khi carré : διαμέριση του χ2
- APT / point de terminaison de la partition d'adresse : APT / τερματιστής διαμέρισης διευθύνσεων
- étage de partage / étage de partition : φάση διαχωρισμού
- partition de fond : περιοχή δευτέρου επιπέδου
- divorce de velours / partition de velours : βελούδινο διαζύγιο
- bruit de partition / bruit de répartition : θόρυβος διαχωρισμού
- ligne de partition / ligne de séparation : διαχωριστικό παραθύρου
Subscribe
0 Comments


