Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

partout στα ελληνικά
partout
λέγεται
παρτού
.
partout
σημαίνει στα ελληνικά
παντού / όπου
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- clause balai / clause "attrape-tout" : περισυλλεκτική ρήτρα
- passe-partout / scie passe-partout : χειροπρίονο δύο λαβών
- texte constant / paragraphe passe-partout : μόνιμο κείμενο
- approche uniforme / approche universelle : προσέγγιση "ενιαίας αντιμετώπισης"
- billet passe-partout : εισιτήριο "ελευθέρας" / εισιτήριο γενικής ισχύος
- coupon passe-partout : κουπόνι για όλες τις διαδρομές / κουπόνι για ελεύθερη κυκλοφορία
- gabarit passe-partout : περιτύπωμα γενικής διέλευσης
- passe-partout pour photos / passe-partout pour gravures : πλαίσιο για χαρακτικά / πλαίσιο για φωτογραφίες
Subscribe
0 Comments


