Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

passager στα ελληνικά
passager
λέγεται
πασαζέ
.
passager
σημαίνει στα ελληνικά
περαστικός / παροδικός / επιβάτης
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- passager : επιβάτης
- passager : Επιβάτης
- passager / voyageur : επιβάτης
- passagers : κατάταξη επιβατών
- défection / défaillant : μη εμφάνιση του επιβάτη
- profiteur / resquilleur : λαθρεπιβάτης
- passagers / public-voyageurs : επιβατικό κοινό
- information préalable sur les passagers (Preferred) / donnée API : εκ των προτέρω πληροφορίες σχετικά με τους επιβάτες
Subscribe
0 Comments


