Εφαρμογή του λεξικού ΡΟΣΓΟΒΑΣ, γαλλικό και ελληνικό λεξικό με

pâte στα ελληνικά
pâte
λέγεται
πατ
.
pâte
σημαίνει στα ελληνικά
ζυμάρι / μακαρόνια
.
Source: Rosgovas, tous droits réservés
- pâte : πολτός
- pâte / pâte à papier : πολτός/πολφός
- pâte : ζυμαρικό
- pâte : ζυμάρι
- pâte / pâte à coke : μείγμα παραγωγής κωκ / μείγμα παραγωγής οπτάνθρακος
- pâte / pâte à papier : πολτοαιώρημα
- pâte : πάστα
- pâte : ζύμη
- pâté : πίττα
- PPCN / pâte dure : σκληρό τυρί
Subscribe
0 Comments


